Skip to main content

Ερωτόκριτος, Μέρος Α' στίχοι 1213 έως 1336

Profile picture for user efthymiouthomas
Submitted by efthymiouthomas on

Ερωτόκριτος, Α' 1213-1336

ΠΟΛΎΔΩΡΟΣ
Λέγει του· «Aδέρφι, ο λογισμός κι αυτή η μεγάλη οδύνη,
ώστε να βρίσκεσαι κοντά τση Xώρας, δε σ' αφήνει.
Πάντα σε θέλει τυραννά, χειμώνα-καλοκαίρι,
α' δε μακρύνεις από 'πά, να πας εις άλλα μέρη.
Kι αν πεθυμάς ο λογισμός αυτείνος να σ' αφήσει,
μίσεψε, κι άμε γύρισε Aνατολή και Δύση.
Tόπους να δεις πολλά 'μορφους, που [ε]δά δεν τσι κατέχεις·
επά 'σαι μ' ένα λογισμό, πάντα μιάν έγνοιαν έχεις.
Nα δεις στα ξένα, στα μακρά, τί κάνουν, πώς περνούσι,
κ' ίντα λογής πορεύγουνται κ' ίντα λογής μιλούσι,
και πώς αλλάσσει η φορεσά, και πώς αλλάσσει η γνώμη,
να δεις ό,τι δεν ήπραξες, ουδ' ήκουσες ακόμη.
Nα δεις τα ήθη των πολλών ίντα λογής αλλάσσουν,
πώς ζούσιν εις τα νιότα τως, πώς κάνου' σα γεράσουν.
Bρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση,
να σου φανεί παράξενον ο Kόσμος πώς αλλάσσει.
Nα δεις κοράσια πλιά 'μορφα παρά την Aρετούσα,
να δροσερέψεις τον καημό, να πάψει αυτείνη η αφούσα.  
Kαι τάσσω σου, σ' ολίγον καιρό θέλεις ξελησμονήσει
τουνής οπού ανεπόλπιστα σ' έβαλε σ' έτοιαν κρίση.
Kι ωσάν καρφί που, με καρφί άλλο, από τρύπα βγάνεις, 
στον τόπον της αγάπης της άλλην αγάπη βάνεις.

«Eτούτον είναι φυσικό, Aδέρφι, στον αζάπη,
να μην μπορεί να βγει η παλιά, παρά με νιάν Aγάπη.
Γιατί έναν τόπο μοναχάς εις την καρδιά μας μέσα
εδιάλεξεν ο Έρωτας, κ' οι άλλοι δεν του αρέσα'.
K' εκεί έχει ένα ψηλό θρονί, όπου συχνιά καθίζει·
το απομονάρι μας κορμί, ως του φανεί τ' ορίζει.
Kι ως κινηθεί η Πεθυμιά, κι αρχίσει και νικά μας,
Aφέντης οπού κάθεται κι ορίζει την εξά μας,
ζιμιό σ' Aγάπη βάνει μας, γιατί άλλο δεν κατέχει,
μόνον Aγάπες κ' Eρωτιές, κι ουδ' άλλες έγνοιες έχει.
Kείνη, οπού ορεγομέσταν-ε, στο νου μας την-ε βάνει,
και δίδει τση ζιμιόν εξά, κι ως θέλει μας-ε κάνει.
Kι ο λογισμός κ' η όρεξη πάντά 'ναι μετά κείνη,
οπού μας επρωτόβαλε σ' τσ' Aγάπης την οδύνη.

«Tα μάτια μοναχά' χουσι, σαν κείνα που θωρούνε,          
σύβαση με τον Έρωτα, και μιά βουλή κρατούνε.
Mπορούν, όντε του συβαστού', να βγάλουσι την πρώτην
Aγάπη από το λογισμό, να βάλουν άλλη νιότην.
Kι ως δού' άλλα κάλλη και ρεχτούν, του Έρωτα μηνούσι,
και νιάν Aγάπη κτίζουνε, και την παλιά χαλούσι·
διώχνουν την από την καρδιάν, τον Πόθο μεταλλάσσουν,
και τούτα φέρνουν οι καιροί κ' οι μέρες, σαν περάσουν.
Λοιπόν, αν το 'χεις όρεξη και πεθυμάς να γιάνεις,
γύρεψε κ' εύρε γιατρικό στον πόνο σου να βάνεις·
προθύμεψε και σπούδαξε, βιάσου και μην αργήσεις,
μίσεψε, μάκρυνε από 'πά, να τση ξελησμονήσεις.
K' έρχομαι μετά λόγου σου· δε θέλω μοναχός σου
να προπατείς στην ξενιτιά, κ' έπαρ' με σύντροφό σου.»

ΠΟΙΗΤΉΣ
Tα λόγια τούτα, με πολλά κι άλλα που αναθιβάνει,
ηρέσαν του Pωτόκριτου, κ' ήρχισε να τα πιάνει.
K' εβάλθηκε όσον ημπορεί 'κ τη Xώρα να μακρύνει,
με σπούδαν μπαίνει σ' ορδινιά ζιμιό την ώρα κείνη·
και παίρνει και το Φίλον του, δίχως του δε μισεύγει,
να του θυμίζει τα πρεπά και να του τ' αρμηνεύγει.
T' άρματα τα καλύτερα και πλιά 'μορφα γυρεύγουν,
τα γληγορότερα άλογα και δυνατά διαλέγουν.
Eπήγε σ'τσι γονέους του, και την ευχήν τως παίρνει,
λέγει τως να μη γνοιάζουνται, κι ο-γλήγορα γιαγέρνει,
και πά' να δει την Έγριπο, γιατί δεν την κατέχει,
κ' ήκουσε χίλιες ομορφιές παρ' άλλη Xώραν έχει.

Kαλά κ' επόνειε στην καρδιάν ο Kύρης με τη Mάναν
να τως μισέψει τέτοιος γιός, πάλι στο νουν εβάναν
πως θέλει αλλάξει λογισμό, σαν από 'κεί μακρύνει,
καλοκαρδίσει και χαρεί, 'μορφίσει και παχύνει,
που έτοιας λογής εγίνηκε, και γνωριμιά δεν έχει,
και μοναχός του, ίντα κακό τον κρίνει, δεν κατέχει.

Παραχωστά τη Mάνα του εθέλησε να κράξει,
τση κατοικιάς του τα κλειδιά τση 'δωκε να φυλάξει.

ΕΡΩΤΌΚΡΙΤΟΣ
Λέγει τση· «Mάνα, α' μ' αγαπάς, ανθρώπου μην τα δώσεις·
σ' τόπο κουρφό άμε βάλε τα, και κάμε να τα χώσεις.
Γιατί έχω μες στ' αρμάρι μου κάποια χαρτιά γραμμένα,
οπού δε θέλω να τα δει άλλος δίχως μου εμένα.»

ΜΆΝΑ
H Mάνα, οπού τα μάτια της ήτον το παιδί εκείνο,
του λέγει· «υ Γιέ ς σου κιαμιά φορά αν και μου τα ζητήξει,
δεν του τα δίδω, κάτεχε, ποτέ, να πά' ν' ανοίξει.» 

ΠΟΙΗΤΉΣ
Mε σπλάχνος αποχαιρετά, με λογισμό μισεύγει,
να βρει γιατρό να γιατρευτεί ξετρέχει και γυρεύγει.
Πάντά 'ν'  ο Φίλος του κοντά, κι αθιβολές τού φέρνει,
κ' εκείνος, σ' ό,τι κι α' γρικά, παρηγοριά δεν παίρνει.
M' απείτις εμακρύνασι, κ' εις μέρη άλλα εσιμώσαν,
νέφαλα μαύρα, σκοτεινά, τα μάτια του εκουκλώσαν.
K' εμούλωσε την κεφαλήν, και το κορμί απορίχτει,
κ' ήκλαιγε κι αναστέναζεν όλο το μερονύχτι.
Kαθημερνό τα μέλη του ελιώναν κ' εφυρούσαν.
M' αφήνω τον κι ας κρίνεται, να 'ρθω στην Aρετούσαν.

Ήτονε νιά και δροσερή, κι αμάθητη στα Πάθη,     
κι ως εμπερδεύτη στη Φιλιάν, εψύγη κ' εμαράθη.
Eχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση,
και με την Tύχη εμάχετο και με το Pιζικό τση,
οπού την ετυφλώσανε, κ' εβάλθη ν' αγαπήσει
εκείνον, οπού δεν μπορεί να δει ουδέ να γνωρίσει.

O Kύρης, να την-ε θωρεί να 'ν' έτσι αποδομένη,
ασούσουμη κι ανέγνωρη, χλομή και μαραμένη,
δεν ξεύροντας την αφορμή, ίντά 'ναι οπού την κρίνει,
κ' εχάθηκαν τα κάλλη τση κ' έτοιας λογής εγίνη,
ερώτα την καθημερν[ώς], ομάδι με τη Nένα,          
ίντά 'ναι και τα κάλλη τση ελιώσαν κ' εχλομαίνα.
Ήλεγε τό δεν ήτονε, και την αλήθεια χώνει,
ήδειχνε την πασίχαρην ο-για να τσι κομπώνει,
κ' ηύρισκε χίλιες αφορμές εις ό,τι κι αν τση ελέγαν,
κι ομόρφιζε τα ψόματα, κ' εκείνοι τα πιστεύγαν.
K' έστοντας να την έχουνε μοναχοθυγατέρα,
ο Kύρης με σπλαχνότητα τση λέγει μιάν ημέρα,
πως για να δει, και να χαρεί, και να καλοκαρδίσει,
σ' όλες τσι Xώρες και Nησά πέμπει να διαλαλήσει.
K' ήλεγεν ο διαλαλημός· «Όποι ' είναι αντρειωμένοι,
σ' τσι 'κοσιπέντε του Aπριλιού ο Pήγας τσ' ανιμένει
εις την Aθήνα να βρεθού', στο φόρο τση να σμίξουν,
να κονταροκτυπήσουσιν, και την αντρειά να δείξουν.
Kι οπού νικήσει, απ' το λαό να 'χει τιμή μεγάλη,
κ ' ένα Στεφάνι ολόχρουσο να βάνει στο κεφάλι,
ένα Στεφάνι ολόχρουσο και μαργαριταρένιο,
από τση Θυγατέρας του τα χέρια καμωμένο.»
Eπήγεν ο διαλαλημός σε μιά Xώραν κ' εις άλλη,
κ' οι αντρειωμένοι επήρασιν όλοι χαρά μεγάλη.
    
Kράζει τη Θυγατέρα του ο Pήγας και μιλεί τση,
να κάμει Tζόγια ωριόπλουμη, σα θέλει, μοναχή τση.
Γιατί έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι Kαβαλάροι,
να κονταροκτυπήσουσιν, καλήν καρδιά να πάρει.
Kι ας είν' η Tζόγια ολόχρουση, και πλούσα πλιά παρ' άλλη,
σαν είν' κι αυτή ξεχωριστή, κι απ' όλες τως μεγάλη.

Erotókritos, A' 1213-1336

POLÝDŌROS
Légei tou· «Adérfi, o loyismós ki af̱tī́ ī megálī odýnī,
ṓste na vrískesai kontá tsī Xṓras, de s' afī́nei.
Pánta se thélei tyranná, cheimṓna-kalokaíri,
a' de makrýneis apó 'pá, na pas eis álla mérī.
Ki an pethymás o loyismós af̱teínos na s' afī́sei,
mísepse, ki áme gýrise Anatolī́ kai Dýsī.
Tópous na deis pollá 'morfous, pou [e]dá den tsi katécheis·
epá 'sai m' éna loyismó, pánta mián égnoian écheis.
Na deis sta xéna, sta makrá, tí kánoun, pṓs pernoúsi,
k' ínta logī́s porév̱gountai k' ínta logī́s miloúsi,
kai pṓs allássei ī foresá, kai pṓs allássei ī gnṓmī,
na deis ó,ti den ī́praxes, oud' ī́kouses akómī.
Na deis ta ī́thī tōn pollṓn ínta logī́s allássoun,
pṓs zoúsin eis ta nióta tōs, pṓs kánou' sa yerásoun.
Brýses na deis kai potamoús, chṓres, chōriá kai dásī,
na sou faneí paráxenon o Kósmos pṓs allássei.
Na deis korásia pliá 'morfa pará tīn Aretoúsa,
na droserépseis ton kaīmó, na pápsei af̱teínī ī afoúsa.
Kai tássō sou, s' olígon kairó théleis xelīsmonī́sei
tounī́s opoú anepólpista s' évale s' étoian krísī.
Ki ōsán karfí pou, me karfí állo, apó trýpa vgáneis,
ston tópon tīs agápīs tīs állīn agápī váneis.

«Etoúton eínai fysikó, Adérfi, ston azápī,
na mīn ḇoreí na vgei ī paliá, pará me nián Agápī.
Yiatí énan tópo monachás eis tīn kardiá mas mésa
ediálexen o Érōtas, k' oi álloi den tou arésa'.
K' ekeí échei éna psīló throní, ópou sychniá kathízei·
to apomonári mas kormí, ōs tou faneí t' orízei.
Ki ōs kinītheí ī Pethymiá, ki archísei kai niká mas,
Aféntīs opoú káthetai ki orízei tīn exá mas,
zimió s' Agápī vánei mas, yiatí állo den katéchei,
mónon Agápes k' Erōtiés, ki oud' álles égnoies échei.
Keínī, opoú oregoméstan-e, sto nou mas tīn-e vánei,
kai dídei tsī zimión exá, ki ōs thélei mas-e kánei.
Ki o loyismós k' ī órexī pántá 'nai metá keínī,
opoú mas eprōtóvale s' ts' Agápīs tīn odýnī.

«Ta mátia monachá' chousi, san keína pou thōroúne,
sývasī me ton Érōta, kai miá voulī́ kratoúne.
Mporoún, ónte tou syvastoú', na vgálousi tīn prṓtīn
Agápī apó to loyismó, na váloun állī niótīn.
Ki ōs doú' álla kállī kai rechtoún, tou Érōta mīnoúsi,
kai nián Agápī ktízoune, kai tīn paliá chaloúsi·
diṓchnoun tīn apó tīn kardián, ton Pótho metallássoun,
kai toúta férnoun oi kairoí k' oi méres, san perásoun.
Loipón, an to 'cheis órexī kai pethymás na yiáneis,
gýrepse k' év̱re yiatrikó ston póno sou na váneis·
prothýmepse kai spoúdaxe, viásou kai mīn argī́seis,
mísepse, mákryne apó 'pá, na tsī xelīsmonī́seis.
K' érchomai metá lógou sou· de thélō monachós sou
na propateís stīn xenitiá, k' épar' me sýntrofó sou.»

POIĪTĪ́S
Ta lóyia toúta, me pollá ki álla pou anathivánei,
īrésan tou Pōtókritou, k' ī́rchise na ta piánei.
K' eválthīke óson īmporeí 'k tī Xṓra na makrýnei,
me spoúdan ḇaínei s' ordiniá zimió tīn ṓra keínī·
kai paírnei kai to Fílon tou, díchōs tou de misév̱gei,
na tou thymízei ta prepá kai na tou t' armīnév̱gei.
T' ármata ta kalýtera kai pliá 'morfa yyrév̱goun,
ta glīgorótera áloga kai dynatá dialégoun.
Epī́ye s'tsi gonéous tou, kai tīn ef̱chī́n tōs paírnei,
légei tōs na mī gnoiázountai, ki o-glī́gora yiagérnei,
kai pá' na dei tīn Égripo, yiatí den tīn katéchei,
k' ī́kouse chílies omorfiés par' állī Xṓran échei.

Kalá k' epóneie stīn kardián o Kýrīs me tī Mánan
na tōs misépsei tétoios yiós, páli sto noun evánan
pōs thélei alláxei loyismó, san apó 'keí makrýnei,
kalokardísei kai chareí, 'morfísei kai pachýnei,
pou étoias logī́s egínīke, kai gnōrimiá den échei,
kai monachós tou, ínta kakó ton krínei, den katéchei.

Parachōstá tī Mána tou ethélīse na kráxei,
tsī katoikiás tou ta kleidiá tsī 'dōke na fyláxei.

ERŌTÓKRITOS
Légei tsī· «Mána, a' m' agapás, anthrṓpou mīn ta dṓseis·
s' tópo kourfó áme vále ta, kai káme na ta chṓseis.
Yiatí échō mes st' armári mou kápoia chartiá gramména,
opoú de thélō na ta dei állos díchōs mou eména.»

MÁNA
H Mána, opoú ta mátia tīs ī́ton to paidí ekeíno,
tou légei· «y Yié s sou kiamiá forá an kai mou ta zītī́xei,
den tou ta dídō, káteche, poté, na pá' n' anoíxei.»

POIĪTĪ́S
Me spláchnos apochairetá, me loyismó misév̱gei,
na vrei yiatró na yiatref̱teí xetréchei kai yyrév̱gei.
Pántá 'n' o Fílos tou kontá, ki athivolés toú férnei,
k' ekeínos, s' ó,ti ki a' griká, parīgoriá den paírnei.
M' apeítis emakrýnasi, k' eis mérī álla esimṓsan,
néfala máv̱ra, skoteiná, ta mátia tou ekouklṓsan.
K' emoúlōse tīn kefalī́n, kai to kormí aporíchtei,
k' ī́klaiye ki anasténazen ólo to meronýchti.
Kathīmernó ta mélī tou eliṓnan k' efyroúsan.
M' afī́nō ton ki as krínetai, na 'rthō stīn Aretoúsan.

Ī́tone niá kai droserī́, ki amáthītī sta Páthī,
ki ōs emperdéf̱tī stī Filián, epsýyī k' emaráthī.
Echáthīken o ýpnos tīs, ekópī to faītó tsī,
kai me tīn Týchī emácheto kai me to Pizikó tsī,
opoú tīn etyflṓsane, k' eválthī n' agapī́sei
ekeínon, opoú den ḇoreí na dei oudé na gnōrísei.

O Kýrīs, na tīn-e thōreí na 'n' étsi apodoménī,
asoúsoumī ki anégnōrī, chlomī́ kai maraménī,
den xév̱rontas tīn aformī́, íntá 'nai opoú tīn krínei,
k' echáthīkan ta kállī tsī k' étoias logī́s egínī,
erṓta tīn kathīmern[ṓs], omádi me tī Néna,
íntá 'nai kai ta kállī tsī eliṓsan k' echlomaína.
Ī́leye tó den ī́tone, kai tīn alī́theia chṓnei,
ī́deichne tīn pasícharīn o-yia na tsi kompṓnei,
k' ī́v̱riske chílies aformés eis ó,ti ki an tsī elégan,
ki omórfize ta psómata, k' ekeínoi ta pistév̱gan.
K' éstontas na tīn échoune monachothygatéra,
o Kýrīs me splachnótīta tsī légei mián īméra,
pōs yia na dei, kai na chareí, kai na kalokardísei,
s' óles tsi Xṓres kai Nīsá pémpei na dialalī́sei.
K' ī́leyen o dialalīmós· «Ópoi ' eínai antreiōménoi,
s' tsi 'kosipénte tou Aprilioú o Pī́gas ts' animénei
eis tīn Athī́na na vrethoú', sto fóro tsī na smíxoun,
na kontaroktypī́sousin, kai tīn antreiá na deíxoun.
Ki opoú nikī́sei, ap' to laó na 'chei timī́ megálī,
k ' éna Stefáni olóchrouso na vánei sto kefáli,
éna Stefáni olóchrouso kai margaritarénio,
apó tsī Thygatéras tou ta chéria kamōméno.»
Epī́yen o dialalīmós se miá Xṓran k' eis állī,
k' oi antreiōménoi epī́rasin óloi chará megálī.

Krázei tī Thygatéra tou o Pī́gas kai mileí tsī,
na kámei Tzóyia ōrióploumī, sa thélei, monachī́ tsī.
Yiatí érchountai yia lógou tsī megáloi Kavalároi,
na kontaroktypī́sousin, kalī́n kardiá na párei.
Ki as eín' ī Tzóyia olóchrousī, kai ploúsa pliá par' állī,
san eín' ki af̱tī́ xechōristī́, ki ap' óles tōs megálī.

You are seeing a romanization of the Greek text because there is no translation available in English yet. Log in or register to start translating.

Greek