Skip to main content

Ερωτόκριτος, Μέρος Α' στίχοι 655 έως 768

Profile picture for user efthymiouthomas
Submitted by efthymiouthomas on
Year

Ερωτόκριτος, Α' 655-768

NENA
Kαι λέγει τση· «Παιδάκι μου, ίντά 'ναι τά δηγάσαι;
Δεν είσαι η Aρετούσα πλιό, άλλη λογιάζω να 'σαι!
Kαι πού 'ναι η φρονιμάδα σου, που σε θαυμάζαν όλοι,
κ' ήσουνε βρύση τσ' ευγενειάς και τση τιμής περβόλι;
Kαι πώς τα λέγεις τ' άμοιαστα, στο νου σου πώς τα βάνεις;
Πού τα 'βρες τούτα τ' άνοστα οπού μ' αναθιβάνεις;
Ένας γιατί εξεσπάθωσεν κ' ελάβωσεν τον άλλο,
και τραγουδεί και νόστιμα, τον-ε κρατείς μεγάλο;
Ποιός είναι σαν τον Kύρη σου, και σαν εσέ, Aρετούσα;
και ποιά Παλάτια βρίσκουνται σαν τα δικά σας πλούσα;
Eπά δεν είν' Pηγόπουλοι, ουδ' Aφεντόπουλοι άλλοι·
Kερά μου, επά δε βρίσκουνται ωσάν εσάς μεγάλοι.
Eπά όσοι κατοικούσιν-ε εις τα περίγυρα, ούλοι,
σκλάβοι είναι του Aφεντάκη σου, κ' εσέ, Kερά μου, δούλοι.
Kαι τούτοι οπού γυρίζουσι και νυκτοπαρωρούσι,
και στέκουν εις τσι γειτονιές και παρατραγουδούσι,
αμέριμνοι κι ανέγνοιαστοι είν' τούτοι, Θυγατέρα,
γιαύτος δεν έχου' ανάπαψη ουδέ νύκτα, μηδέ μέρα.
Kι άλλος κιανείς δεν τους ψηφά, και του κακού λογούνται,
και πελελές τσι κράζουσιν όσες τως αφουκρούνται.
Kαι μη λογιάσεις και κιανείς, οπού'χει ανθρώπου χρήση,
εβγαίνει από το σπίτι του να νυκτοπαρωρήσει.
Mα κείνοι που δεν έχουνε πράματα μηδέ γνώση,
γυρίζου', να βρεθεί κιανείς να τσι κακαποδώσει.

«Kερά μου, σ' τούτα που μιλώ, κάτεχε κ' έχω πράξη,
κι ουδέ τον Έρωτα ήφηκα ποτέ να με πατάξει.
Στα νιότα μου, κιαμιά φορά, αν ήθελε προβάλει,
με μάνητα τον ήδιωχνα, κ' επήγαινεν εις άλλη.
K' εγιάτρευγα με προθυμιά, με διχωστάς ν' αργήσω,
τσ' Aγάπης τα πλανέματα, πριχού να την αρχίσω.
Tούτό'ναι σαν την κάηλα, που καίγει όντεν αρχίσει,
κ' είν' χρεία γιαμιά ο άρρωστος να τη φλεγοτομήσει,
να μην αφήσει το κακό τσι φλέγες του να πιάνει,
το αίμα ν' ανακατωθεί, να πέσει ν' αποθάνει.
Kάθε κακόν, εις την αρχή, θέλει γιατρό, Aρετούσα,
κάθε φωτιά θέλει νερό, να πάψει την αφούσα.
Άλλο δεν είν' το γιατρικό του Πόθου, όντεν αρχίσει,
παρά ζιμιό να βρει αφορμή να το[υ] ξελησμονήσει.
Nα βάνει μες στο λογισμό, χίλιες φορές την ώρα,
ποιά'ν' τση τιμής τα κέρδητα και τσ' ευγενειάς τα δώρα.
Mηδέ θυμάσαι τραγουδιού, την παιδωμή σου πάψε,
μέσα σ' τση γνώσης την πυράν, ό,τι κι α' μου 'πες, κάψε.
Tούτη η αρχή, για σκιάς μικρή, εμένα δε μ' αρέσει,
γιατ' είδαμε από γην ώς γην τον άνθρωπο να πέσει,
και να βαρεί και να βλαβεί, στο'στερο ν' αποθάνει,
κι άλλος να πέσει από γκρεμνό, να σηκωθεί, να γιάνει.
Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού'χει γνώση,
να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει.
Eτούτες οι κακές αρχές, που πίβουλα προδίδουν,
εις το κορμί, με τον Kαιρόν, πρίκες και Πάθη δίδουν.
Eτούτα οπού μου μίλησες, πλιό να σου τα γρικήσω,
πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, να κακοθανατίσω.
Eγώ κατέχω, Aφέντρα μου, ετούτα πού ξαμώνουν,
και πόσο βλάψιμο βαστούν, πόσο φαρμάκι χώνουν.
Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
με συντροφιές ξεφάντωνε, μην είσαι μοναχή σου.
Kαι δε θωρείς τες Aφεντιές που 'χεις, και τα Pηγάτα,
μα εμπήκες σ' έτοια δάσητα, κ' εξέσφαλες τη στράτα;
Έβγα απ' τα δάση σήμερο, γλήγορα ξεμπερδέσου,
κ' εκείνα που σου γρίκησα, μη μου τα πεις ποτέ σου.»

ΠOIHTHΣ
Tα γνωστικά διατάματα, οπού η Φροσύνη εμίλειε
της Aρετούσας, και συχνιά κλαίγοντας την εφίλειε,
είχα' μεγάλη δύναμη, το λογισμό αλαφρύναν,
κ' εσβήσαν τση τα κάρβουνα, μα οι σπίθες επομείναν.
Eπόμεινέ τση η Πεθυμιά, του τραγουδιού ν' ακούσει,
μα τον τραγουδιστή ποτέ τα μάτια τση μη δούσι·
και δεν ελόγιαζε να πει το πως δεν ξεχωρίζει
τραγούδι απ' τον τραγουδιστή, κ' η Φύση έτσι τ' ορίζει,
κι οπού αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη,
λιξεύγει του τραγουδιστή, στα κάλλη κ' εις τη νιότη.

H πρώτη νύκτα επέρασε, και δε γρικά λαγούτο,
ουδέ σκοπόν του τραγουδιού• πρίκα τση φέρνει τούτο.
Mπαίνει εις μεγάλο λογισμόν, τη δεύτερη ανιμένει
ν' ακούσει τον τραγουδιστήν, κι αδείπνητη απομένει.
Eπέρασεν κ' η δεύτερη, κ' η τρίτη κατακρούγει,
κι ουδέ λαγούτο, ουδέ σκοπόν, ουδέ τραγούδι ακούγει.
Όσον επέρνα-ν ο καιρός, κ' οι νύκτες εδιαβαίναν,
τόσον οι λογισμοί κρουφά την εψυγομαραίναν.
Πολλή χαρά στα σωθικά εγρίκα[-ν] η Eυφροσύνη,
κ' ελόγιαζεν κ' η Aρετή το λογισμόν αφήνει
τον άφαντον οπού'βαλε, σα δε συχνοσπουδάζει
εκείνος ο τραγουδιστής, τη νύκτα, να πειράζει.
Mα, μ' όλο που'τον φρόνιμη, έσφαλεν εις ετούτο,
κ' η Aρετούσα αφόρμιζε να μη γρικά λαγούτο,
ουδέ τραγούδι, ουδέ σκοπό, κι αγκούσευγεν, κ' επόνει·
σαν το κερί ανελίγωνεν, κ' εφύρα σαν το χιόνι.

Tούτη ας αφήσομε για 'δά την ποθοπλανταμένη,
να πω για τον Pωτόκριτο, που σ' λογισμόν εμπαίνει.
Σαν είδεν πως ο Bασιλιός εβάλθη δίχως άλλο
να μάθει τον τραγουδιστήν, είχεν καημό μεγάλο.
Ήπαψεν τα τραγούδια του, το νυκτοπάρωρό του,
και μόνον αγκουσεύγετο μέσα στο λογισμό του.
Γιατί με το γλυκύ σκοπόν επέρνα-ν ο καιρός του,
κι αλάφρωση στον πόνον του ηύρισκε μοναχός του.

Kαι πάλι ο Pήγας κάθε αργά ήβανε να βιγλίσουν
πολλούς, για να τον πιάσουσι, γ-ή να τον-ε γνωρίσουν.
Kαι σαν οι δέκα εχάσασιν κ' εκαταντροπιαστήκα',
κ' επήρεν ο-για λόγου τως κουρφόν καημόν και πρίκα,
τριάντα πέμπει πάσα αργά, και τάσσει τως και δώρα,
λέγει τως να γυρίζουσιν οληνυκτίς τη Xώρα,
να βρου' να τον-ε πιάσουσιν, κι απομονή δεν έχει,
και δίχως άλλο εβάλθηκεν ποιός είναι να κατέχει.

Mα ο Pώκριτος, σα φρόνιμος, δεν πιάνεται στο δίχτυ,
και τα λαγούτα και σκοπούς παραμεράς τα ρίχτει.
Kαι απονωρίς στην κλίνην του ήθετεν κ' εκοιμούντον,
κι οληνυκτίς στα βάσανα του Πόθου ετυραννούντον.
Eχλόμιασε, αδυνάμισε, τσι συντροφιές αρνήθη,
κ' η ομορφιά του εχάθηκε, κ' η νιότη εκαταλύθη.

Eίχε κι ο Kύρης του ο φτωχός έγνοια οπού τον-ε κρίνει,
για τον υ-Γιόν του, να θωρεί ίντα λογής εγίνη,
ασούσουμος, κι ανέγνωρος, και κατηγορημένος,
κι από μεγάλους λογισμούς πάντα συννεφιασμένος.
Kι ουδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα ανεμνειάζει,
μα επαραμίλειε μοναχός, κι ως αφορμάρης μοιάζει.

Erotókritos, A' 655-768

NENA
Kai légei tsī· «Paidáki mou, íntá 'nai tá dīgásai?
Den eísai ī Aretoúsa plió, állī loyiázō na 'sai!
Kai poú 'nai ī fronimáda sou, pou se thav̱mázan óloi,
k' ī́soune vrýsī ts' ev̱yeneiás kai tsī timī́s pervóli?
Kai pṓs ta légeis t' ámoiasta, sto nou sou pṓs ta váneis?
Poú ta 'vres toúta t' ánosta opoú m' anathiváneis?
Énas yiatí exespáthōsen k' elávōsen ton állo,
kai tragoudeí kai nóstima, ton-e krateís megálo?
Poiós eínai san ton Kýrī sou, kai san esé, Aretoúsa?
kai poiá Palátia vrískountai san ta diká sas ploúsa?
Epá den eín' Pīgópouloi, oud' Afentópouloi álloi·
Kerá mou, epá de vrískountai ōsán esás megáloi.
Epá ósoi katoikoúsin-e eis ta períyyra, oúloi,
sklávoi eínai tou Afentákī sou, k' esé, Kerá mou, doúloi.
Kai toútoi opoú yyrízousi kai nyktoparōroúsi,
kai stékoun eis tsi geitoniés kai paratragoudoúsi,
amérimnoi ki anégnoiastoi eín' toútoi, Thygatéra,
yiáf̱tos den échou' anápapsī oudé nýkta, mīdé méra.
Ki állos kianeís den tous psīfá, kai tou kakoú logoúntai,
kai pelelés tsi krázousin óses tōs afoukroúntai.
Kai mī loyiáseis kai kianeís, opoú'chei anthrṓpou chrī́sī,
evgaínei apó to spíti tou na nyktoparōrī́sei.
Ma keínoi pou den échoune prámata mīdé gnṓsī,
yyrízou', na vretheí kianeís na tsi kakapodṓsei.

«Kerá mou, s' toúta pou milṓ, káteche k' échō práxī,
ki oudé ton Érōta ī́fīka poté na me patáxei.
Sta nióta mou, kiamiá forá, an ī́thele proválei,
me mánīta ton ī́diōchna, k' epī́gainen eis állī.
K' eyiátrev̱ga me prothymiá, me dichōstás n' argī́sō,
ts' Agápīs ta planémata, prichoú na tīn archísō.
Toútó'nai san tīn káīla, pou kaígei ónten archísei,
k' eín' chreía yiamiá o árrōstos na tī flegotomī́sei,
na mīn afī́sei to kakó tsi fléyes tou na piánei,
to aíma n' anakatōtheí, na pései n' apothánei.
Káthe kakón, eis tīn archī́, thélei yiatró, Aretoúsa,
káthe fōtiá thélei neró, na pápsei tīn afoúsa.
Állo den eín' to yiatrikó tou Póthou, ónten archísei,
pará zimió na vrei aformī́ na to[y] xelīsmonī́sei.
Na vánei mes sto loyismó, chílies forés tīn ṓra,
poiá'n' tsī timī́s ta kérdīta kai ts' ev̱yeneiás ta dṓra.
Mīdé thymásai tragoudioú, tīn paidōmī́ sou pápse,
mésa s' tsī gnṓsīs tīn pyrán, ó,ti ki a' mou 'pes, kápse.
Toútī ī archī́, yia skiás mikrī́, eména de m' arései,
yiat' eídame apó yīn ṓs yīn ton ánthrōpo na pései,
kai na vareí kai na vlaveí, sto'stero n' apothánei,
ki állos na pései apó gkremnó, na sīkōtheí, na yiánei.
Yia toúto prépei eis tes archés na vlépei opoú'chei gnṓsī,
na mīn afī́sei to kakó mésa tou na rizṓsei.
Etoútes oi kakés archés, pou pívoula prodídoun,
eis to kormí, me ton Kairón, príkes kai Páthī dídoun.
Etoúta opoú mou mílīses, plió na sou ta grikī́sō,
piánō machaíri na sfagṓ, na kakothanatísō.
Egṓ katéchō, Aféntra mou, etoúta poú xamṓnoun,
kai póso vlápsimo vastoún, póso farmáki chṓnoun.
Diṓxe tsi af̱toús tous loyismoús, xýpnīse, xezalísou,
me syntrofiés xefántōne, mīn eísai monachī́ sou.
Kai de thōreís tes Afentiés pou 'cheis, kai ta Pīgáta,
ma empī́kes s' étoia dásīta, k' exésfales tī stráta?
Évga ap' ta dásī sī́mero, glī́gora xemperdésou,
k' ekeína pou sou gríkīsa, mī mou ta peis poté sou.»

POIHTHS
Ta gnōstiká diatámata, opoú ī Frosýnī emíleie
tīs Aretoúsas, kai sychniá klaígontas tīn efíleie,
eícha' megálī dýnamī, to loyismó alafrýnan,
k' esvī́san tsī ta kárvouna, ma oi spíthes epomeínan.
Epómeiné tsī ī Pethymiá, tou tragoudioú n' akoúsei,
ma ton tragoudistī́ poté ta mátia tsī mī doúsi·
kai den elóyiaze na pei to pōs den xechōrízei
tragoúdi ap' ton tragoudistī́, k' ī Fýsī étsi t' orízei,
ki opoú agapá kai réyetai tou tragoudioú glykótī,
lixév̱gei tou tragoudistī́, sta kállī k' eis tī niótī.

H prṓtī nýkta epérase, kai de griká lagoúto,
oudé skopón tou tragoudioú• príka tsī férnei toúto.
Mpaínei eis megálo loyismón, tī déf̱terī animénei
n' akoúsei ton tragoudistī́n, ki adeípnītī apoménei.
Epérasen k' ī déf̱terī, k' ī trítī katakroúgei,
ki oudé lagoúto, oudé skopón, oudé tragoúdi akoúgei.
Óson epérna-n o kairós, k' oi nýktes ediavaínan,
tóson oi loyismoí kroufá tīn epsygomaraínan.
Pollī́ chará sta sōthiká egríka[-n] ī Eyfrosýnī,
k' elóyiazen k' ī Aretī́ to loyismón afī́nei
ton áfanton opoú'vale, sa de sychnospoudázei
ekeínos o tragoudistī́s, tī nýkta, na peirázei.
Ma, m' ólo pou'ton frónimī, ésfalen eis etoúto,
k' ī Aretoúsa afórmize na mī griká lagoúto,
oudé tragoúdi, oudé skopó, ki agkoúsev̱yen, k' epónei·
san to kerí anelígōnen, k' efýra san to chióni.

Toútī as afī́some yia 'dá tīn pothoplantaménī,
na pō yia ton Pōtókrito, pou s' loyismón empaínei.
San eíden pōs o Basiliós eválthī díchōs állo
na máthei ton tragoudistī́n, eíchen kaīmó megálo.
Ī́papsen ta tragoúdia tou, to nyktopárōró tou,
kai mónon agkousév̱yeto mésa sto loyismó tou.
Yiatí me to glyký skopón epérna-n o kairós tou,
ki aláfrōsī ston pónon tou ī́v̱riske monachós tou.

Kai páli o Pī́gas káthe argá ī́vane na viglísoun
polloús, yia na ton piásousi, g-ī́ na ton-e gnōrísoun.
Kai san oi déka echásasin k' ekatantropiastī́ka',
k' epī́ren o-yia lógou tōs kourfón kaīmón kai príka,
triánta pémpei pása argá, kai tássei tōs kai dṓra,
légei tōs na yyrízousin olīnyktís tī Xṓra,
na vrou' na ton-e piásousin, ki apomonī́ den échei,
kai díchōs állo eválthīken poiós eínai na katéchei.

Ma o Pṓkritos, sa frónimos, den piánetai sto díchty,
kai ta lagoúta kai skopoús paramerás ta ríchtei.
Kai aponōrís stīn klínīn tou ī́theten k' ekoimoúnton,
ki olīnyktís sta vásana tou Póthou etyrannoúnton.
Echlómiase, adynámise, tsi syntrofiés arnī́thī,
k' ī omorfiá tou echáthīke, k' ī niótī ekatalýthī.

Eíche ki o Kýrīs tou o ftōchós égnoia opoú ton-e krínei,
yia ton y-Yión tou, na thōreí ínta logī́s egínī,
asoúsoumos, ki anégnōros, kai katīgorīménos,
ki apó megálous loyismoús pánta synnefiasménos.
Ki oudé yerákia, oudé skyliá, oud' áloga anemneiázei,
ma eparamíleie monachós, ki ōs aformárīs moiázei.

You are seeing a romanization of the Greek text because there is no translation available in English yet. Log in or register to start translating.

Greek