Ερωτόκριτος, Α' 271-440
«Eβάλθηκά το από καιρό, και θέλησα ν' αρχίσω
να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
να'βρω βοτάνι δροσερό, και την πληγή να γιάνω,
και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω·
και σ' άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,
και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
Kι ως το λογιάσω, μου'ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
τα μέλη αποκρυγαίνουσι, και μου'ρχεται τρομάρα·
θαμπώνουνται τα μάτια μου κ' η όψη απονεκρώνει,
ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει·
κι οπίσω α' θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ' αμπώθει
σ' εκείνο που ο λογαριασμός κ' η γνώση πλιό δε γνώθει.
Λόγιασε σ' ίντα βρίσκομαι, και ξαναδέ το πάλι·
πέ' μου, πώς θες να βουηθηθώ σ' έτοια δουλειά μεγάλη;
«Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,
μα το μικρό με τον Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
Eλόγιασα να τη θωρώ, κι ώς τη θωριά να σώσω,
και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ' ήβανεν εις τα βάθη,
κ' ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά'θη.
Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,
κ' ήρχιζεν κ' εστρατάριζεν, κ' εσιγανοπορπάτει.
Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
κ' ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,
τρεμουλιασμένο κι άφαντο, και με Kαιρόν πληθαίνει,
κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ' ώρα μεγαλώνει,
και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει,
κι απ' άφαντο κι από μικρό, που'τον όντεν εφάνη,
κορμί, φτερά, και δύναμη, και μεγαλότη κάνει-
το ίδιο εγίνη κ' εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
μα εδά'χει τόση δύναμη κ' έτσι μεγάλη εγίνη,
οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ' αφήνει.
K' η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,
κι οπού με τσ' αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη·
σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.
Kαι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
κεντά και καίγει δυνατά, και το κορμί μας βλάφτει.
«Πρωτύτερα, όντε τ' άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
σ' έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,
που στ' όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το'χει.
Eμέ κιανείς δε μου'φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
τινός αλλού, στα βάσανα και σ' τσι καημούς οπού'μαι.
Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.
Tούτες την Πεθυμιάν πετού', στον Oυρανόν την πάσι,
κι όσο σιμώνου' τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν' η βράση.
Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
γιατ' ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,
πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη·
και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
κι απ' τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.
Kαι τούτη η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,
και πάγει τσι φτερούγες [μου] εις τη φωτιά όντε βράζει.
Kι ώστε οπού να'μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
Mαγάρι να μ' ολόκαψε, να μ' έκαμεν αθάλη!»
ΠOΛYΔΩPOΣ
Λέγει του ο Φίλος· «Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,
και βάνει τ' ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ' αυτήν τη ζάλη,
στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
κόψε τα, ρίξε τα από 'κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις·
γ-ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
Θωρώ το πως σε πολεμού' δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
η Aγάπη με την Πεθυμιά· κ' η μιά, λέγω, κ' η άλλη
μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ' αφήσεις
τ' άμοιαστα, τ' ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
Πάντά'ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
κείνου οπού τ' ανημπόρετα και τ' άμοιαστα γυρεύγει.
Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου',
πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.
Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις·
θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη,
οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
Φαρμάκι-ν έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις.»
ΠOIHTHΣ
Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι-ν αλαφραίναν.
EPΩTOKPITOΣ
Kαι λέγει· «Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ' εφέρα'.
K' εβάλθηκα ν' απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
και να μακρύνω απ' την καρδιάν τσ' Aγάπης τα μαντάτα,
να δυσκολέψω τσ' αφορμές οπού με τυραννούσι,
κι αν-ε μπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
Kι α' δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ' ώρα ας αποθαίνω
με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
παρά να πού' πως μ' εντροπήν απ' τη φλακή μ' εβγάνα'.»
ΠOIHTHΣ
Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
την [α]ρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
Mα'σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά'τασσε να κάμει,
και το κορμί του εσούρωνε, κ' ήτρεμε ωσάν καλάμι.
Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ' άνθρωπο αναπεύγει,
και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ' εσιγανοπορπάτει,
κ' εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ' αηδόνι·
κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.
Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
και πως σ' Aγάπη εμπέρδεσεν, κ' εψύγη κ' εμαράθη.
Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
σ' έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει·
εμέρωνε όλα τ' άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,
στο νουν τ' ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν·
εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα',
το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα'.
Ήμνογε και του Φίλου του, ο-για να του πιστεύγει,
πως μετ' αυτά θέ' να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.
EPΩTOKPITOΣ
Λέγει του· «Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.
Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
μου φαίνεται πως είν' νερό, και τη φωτιά μου σβήνει.»
ΠOIHTHΣ
Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ' τούτο ν' αληθέψει,
και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει·
και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει
ν' απαρνηθεί και τσι σκοπούς, κι άλλη δουλειά να πιάσει.
Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τον-ε δυσκολεύγει·
σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.
K' ήτονε μετά λόγου του, δε θέ' να τον αφήσει
να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει
εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό'χου' ακόμη ρίζα,
ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα'.
Kαι την αυγή, πρι' άλλος τσι δει, στο σπίτι-ν εγιαγέρναν.
Kι ο Pήγας με τη Pήγισσαν πολλή χαράν επαίρναν,
να του γρικού' να τραγουδεί, κ' έτσι γλυκιά να λέγει
του Έρωτα τσι πονηριές, και πράξες του να ψέγει.
M' απ' όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα' στην Aρετούσα,
και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα'·
κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει
ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.
Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ' ακούγει,
μη γνώθοντας, κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.
Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,
κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ' όνομά τση.
Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι·
τη Pηγοπούλα εβύζασε, κι ως Mάνα την εκράτει·
στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,
γιατ' ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.
Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα·
πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.
Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,
που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.
Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,
κ' ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει·
και δίχως να τον-ε θωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,
σ' Aγάπην εμπερδεύγετο, κ' εις Πεθυμιάν εκίνα.
K' εξύπνα και τη Nένα τση, κ' εμίλειε μετά κείνη.
(Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)
Όποιο τραγούδι τσ' ήρεσεν, ήπιανεν κ' ήγραφέν το,
εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.
Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.
Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι' να ξυπνήσου' οι άλλοι,
κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.
Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,
που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ' το κρεβάτι,
ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,
και φαίνεταί τση κ' η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.
Erotókritos, A' 271-440
«Eválthīká to apó kairó, kai thélīsa n' archísō
na ligopīaínō stou Pīgós, yia na tsī līsmonī́sō,
na'vrō votáni droseró, kai tīn plīgī́ na yiánō,
kai plió ta xýla stī fōtiá na mīn ta vánō apánō·
kai s' álla prámata ī́niōsa to nou mou na ḇerdésō,
kai tó kratṓ anīmpóreto, na dō na to ḇorésō.
Ki ōs to loyiásō, mou'rchetai megálī ligōmára,
ta mélī apokrygaínousi, kai mou'rchetai tromára·
thampṓnountai ta mátia mou k' ī ópsī aponekrṓnei,
ídro tou psychomachīmoú to prósōpó mou drṓnei·
ki opísō a' thélō na syrthṓ, ī Pethymiá m' ampṓthei
s' ekeíno pou o logariasmós k' ī gnṓsī plió de gnṓthei.
Lóyiase s' ínta vrískomai, kai xanadé to páli·
pé' mou, pṓs thes na vouīthīthṓ s' étoia douleiá megálī?
«Archī́ ī́tone pollá mikrī́ ki áfantī díchōs állo,
ma to mikró me ton Kairón egínīke megálo.
Elóyiasa na tī thōrṓ, ki ṓs tī thōriá na sṓsō,
kai metá keínī na pernṓ, kai na mīdén xaplṓsō.
Ki agália-agália ī Pethymiá m' ī́vanen eis ta váthī,
k' ī́kame rízes kai kladiá, klṓnous kai fýlla ki á'thī.
Kai plī́thyne tīn Pethymián to kouzouló mou ammáti,
k' ī́rchizen k' estratárizen, k' esiganoporpátei.
To siganó, me ton Kairón, prothymerón egínī,
k' ī́vane o Érōtas kroufá ta xýla sto kamíni.
Ki ōsán apó mikrón avgó poulí mikrón evgaínei,
tremouliasméno ki áfanto, kai me Kairón plīthaínei,
kánei kormí, kánei fterá, káth' ṓra megalṓnei,
kai porpateí, chamopetá, fteroúyia tou xaplṓnei,
ki ap' áfanto ki apó mikró, pou'ton ónten efánī,
kormí, fterá, kai dýnamī, kai megalótī kánei-
to ídio egínī k' eis emé, stīn ápragī́ mou niótī.
Archī́ mikrī́ ki apsī́fistī ī́ton apó tīn prṓtī,
ma edá'chei tósī dýnamī k' étsi megálī egínī,
opoú mou pī́ren tīn exá, kai díchōs nou m' afī́nei.
K' ī Agápī, pou sta vásana antrév̱gei kai plīthaínei,
ki opoú me ts' anastenamoús thréfetai kai plataínei,
thámasma poúri to kratoún óloi, mikroí-megáloi,
pṓs stīn archī́n tsī anī́ḇorī yennátai stīn athálī·
spítha mikrī́ ki apsī́fistī, de lámpei, mīdé vrázei,
kai pōs na kámei analampī́n kianeís den to loyiázei.
Kai agália-agália thréfetai, san to kamíni anáftei,
kentá kai kaígei dynatá, kai to kormí mas vláftei.
«Prōtýtera, ónte t' ákouga na mou ta lésin álloi,
s' étoies douleiés o loyismós ī́lpiza na mī sfálei.
Ma xáfnou o kakorízikos epiástīka sto vróchi,
pou st' ómorfó tsī prósōpo pánta steméno to'chei.
Emé kianeís de mou'ftaixe, mīdé paraponoúmai
tinós alloú, sta vásana kai s' tsi kaīmoús opoú'mai.
Miá kápoia líyī Pethymiá esī́kōsen to nou mou,
kai dyó fteroúyes ī́kame mésa tou loyismoú mou.
Toútes tīn Pethymián petoú', ston Oyranón tīn pási,
ki óso simṓnou' tsī fōtiás, tsi kaígei ekeín' ī vrásī.
Kai páraf̱tas gkremnízomai, ōsá fterá den échō,
yiat' ī́fīka ta chamīlá, kai ta psīlá xetréchō.
Kai páli ekeínī ī Pethymiá de thélei na mou leípsei,
páraf̱tas kánō álla fterá, páli petṓ sta ýpsī·
kai páli vrískō tī fōtián, páli xanakentá me,
ki ap' ta psīlá pou vrískomai, me xanaríchtei chámai.
Ki óses forés eis ta psīlá sṓsō, fōtiés ev̱rískō,
kai kaígountai oi fteroúyes mou, kai péftō kai varískō.
Kai toútī ī Pethymiá ī lōlī́ petṓntas me peirázei,
kai págei tsi fteroúyes [mou] eis tī fōtiá ónte vrázei.
Ki ṓste opoú na'mai zōntanós, paídan échō megálī.
Magári na m' olókapse, na m' ékamen athálī!»
POLYDŌPOS
Légei tou o Fílos· «Ta fterá pou esī́kōsen o nous sou,
kai vánei t' anīmpóreta mésa tou loyismoú sou,
Adérfi, vlépe, óso ḇoreís, évga ap' af̱tī́n tī zálī,
sto pétasma opoú epétaxes, mīdén petáxeis páli.
Ki an ta fterá petoún psīlá, kai tī fōtián ev̱rískeis,
kópse ta, ríxe ta apó 'keí zimió, na mī varískeis·
g-ī́ vále ta kai vréxe ta eis to neró tsī gnṓsīs,
zimió na mīn petás psīlá, zimió na chamīlṓseis.
Thōrṓ to pōs se polemoú' dyó sou ochouthroí megáloi,
ī Agápī me tīn Pethymiá· k' ī miá, légō, k' ī állī
ḇoroúsi, ṓste na thes esý. Ma káme na t' afī́seis
t' ámoiasta, t' anīmpóreta, zimió na tous nikī́seis.
Pántá'nai sta psīlá fōtiá, kai tsi fteroúyes kaígei
keínou opoú t' anīmpóreta kai t' ámoiasta yyrév̱gei.
Diṓxe tsi af̱toús tous loyismoús, mī se kakomoiriásou',
pī́gaine sta yerákia sou, chaírou me ta skyliá sou.
Līsmónīse tou Palatioú, līsmónīse tsī Kórīs,
táxe pōs ī́to o Thánatos ekeí ópou tīn ethṓreis.
Poúri den eísai pelelós, ma ta prepá katécheis·
thōreís to, kai gnōrízeis to, san ínta olpídan écheis
eis étoio práma dýskolo, s' étoia douleiá megálī,
opoú sta váthīta tsī yīs voúletai na se válei.
Farmáki-n échei ī mayeriá toútī pou mayerév̱geis,
kai ḏropiasméno Thánato me prothymiá yyrév̱geis.»
POIHTHS
Tou Fílou ta diatámata mes stīn kardián empaínan
tou Pṓkritou, kai tīn plīgī́ damáki-n alafraínan.
EPŌTOKPITOS
Kai légei· «Ó,ti mou emílīses etoútīn tīn īméra,
se loyismón kalýteron kai pliá alafró m' eféra'.
K' eválthīka n' aparnīthṓ tou Palatioú tī stráta,
kai na makrýnō ap' tīn kardián ts' Agápīs ta mantáta,
na dyskolépsō ts' aformés opoú me tyrannoúsi,
ki an-e ḇorṓ, ta mátia mou plió tōs na mīn tī doúsi.
Ki a' den ḇorṓ na to vastṓ, káth' ṓra as apothaínō
me timīméno Thánaton, pará me ḏropiasméno.
Kállio nekró as me thápsousin o Kýrīs me tī Mána,
pará na poú' pōs m' entropī́n ap' tī flakī́ m' evgána'.»
POIHTHS
Ki archínisen apoligoú na prássei sto Paláti,
tīn [a]rmīneián tou Fílou tou kai tī voulī́n tou ekrátei.
Ma'sfalen eis tá lóyiaze kai stá'tasse na kámei,
kai to kormí tou esoúrōne, k' ī́treme ōsán kalámi.
Ki ónten ī nýkta ī droserī́ káth' ánthrōpo anapév̱gei,
kai káthe zo na koimītheí tópo na vrei yyrév̱gei,
ī́pairnen to lagoúto tou, k' esiganoporpátei,
k' ektýpa-n to glykiá-glykiá anádia sto Paláti.
Ī́ton ī chéra zácharī, fōnī́ eíche san t' aīdóni·
káthe kardiá, na tou griká, klaígei ki anadakryṓnei.
Ī́leyen ki anethívanen tīs Erōtiás ta Páthī,
kai pōs s' Agápī empérdesen, k' epsýyī k' emaráthī.
Káthe kardiá anelámpanen, an ī́to san to chióni,
s' étoia glykótatī fōnī́ kontá na tsī simṓnei·
emérōne óla t' ágria, ta dynatá apalaínan,
sto noun t' anthrṓpou ó,ti ī́leye, me lýpīsī epoménan·
emíleie parapóneses pou tsi kardiés esfáza',
to mármaron espoúsane, to kroústallon evráza'.
Ī́mnoye kai tou Fílou tou, o-yia na tou pistév̱gei,
pōs met' af̱tá thé' na perná, ki állo na mī yyrév̱gei.
EPŌTOKPITOS
Légei tou· «Fíle, eválthīka tragoúdi kai lagoúto
glī́gora na me yiánousi sto loyismón etoúto.
San tragoudī́sō kai san pō ton póno pou me krínei,
mou faínetai pōs eín' neró, kai tī fōtiá mou svī́nei.»
POIHTHS
Elóyiase o Polýdōros pōs s' toúto n' alīthépsei,
kai na perná me tsi skopoús, ki állo na mī yyrépsei·
kai páli trópo akartereí, ōs yia na ton diatássei
n' aparnītheí kai tsi skopoús, ki állī douleiá na piásei.
Eis toútīn tīn kalī́n kardiá den ton-e dyskolév̱gei·
sa frónimos, sto diátama pánta Kairó yyrév̱gei.
K' ī́tone metá lógou tou, de thé' na ton afī́sei
na pīaínei monachós ekeí, ṓste na līsmonī́sei
ekeína pou ton tyrannoún, ki opó'chou' akómī ríza,
ṓste na tou vrōmésousin ó,ti ki an tou myríza'.
Kai tīn av̱gī́, pri' állos tsi dei, sto spíti-n eyiagérnan.
Ki o Pī́gas me tī Pī́yissan pollī́ charán epaírnan,
na tou grikoú' na tragoudeí, k' étsi glykiá na légei
tou Érōta tsi ponīriés, kai práxes tou na pségei.
M' ap' ólous ki óles pliá glykiá ī́sa' stīn Aretoúsa,
kai ta tragoúdia xypnītī́ sychniá tīn ekratoúsa'·
ki olīnyktís anápapsī den eíche, na loyiázei
poiós eínai af̱tós pou tragoudeí kai varanastenázei.
Kai méra-nýkta ī Pethymiá plīthaínei na t' akoúgei,
mī gnṓthontas, ki o Érōtas, ónte yelá, mas kroúgei.
Eyrísketo, tachiá ki argá, pánta stī syntrofiá tsī,
keínī opoú tīn evýzase, Frosýnī t' ónomá tsī.
Etoútī chrónous kai kairoús ī́tone sto Paláti·
tī Pīgopoúla evýzase, ki ōs Mána tīn ekrátei·
stī vlépīsī́ tīs etounī́s tīn eíchasi dosménī,
yiat' ī́tone áxa, frónimī, períssa timīménī.
Kai me tī Néna tsī sychniá emíleie toúta-keína·
pánta yia ton tragoudistī́n athivolés ekína.
Ki olīnyktís pou tragoudeí, tósa pollá ī́resé tsī,
pou ýpnon eis ta mátia tsī den ī́vanen poté tsī.
Ī́pairne ta tragoúdia tou, sychniá ta xanalégei,
k' erchínisen apó makrá o Póthos na doxév̱gei·
kai díchōs na ton-e thōreí, me ta tragoúdia ekeína,
s' Agápīn emperdév̱yeto, k' eis Pethymián ekína.
K' exýpna kai tī Néna tsī, k' emíleie metá keínī.
(Kroufá, kleftáta epátīse tou Érōta ī odýnī.)
Ópoio tragoúdi ts' ī́resen, ī́pianen k' ī́grafén to,
ethṓreien, xanathṓreien to, xestíchou emáthainén to.
To sýnthema tou tragoudioú kai tou skopoú ī glykótī
esklávōne sirgoulistá tsī Korasás tī niótī.
Tachiá-tachiá esīkṓnounton, pri' na xypnī́sou' oi álloi,
ki o loyismós tsī ev̱rísketo se paidōmī́ megálī.
Tou ýpnou tes anápapses, tīn ordiniá pou krátei,
pou ýsterī na sīkōtheí ī́ton ap' to kreváti,
ī́fīke, den tes thélei plió, eis álles égnoies ḇaínei,
kai faínetaí tsī k' ī agrypniá tī thréfei, tīn pachaínei.
Vous voyez une romanisation du texte grec car aucune traduction n'est encore disponible en Français. Log in or register to start translating.