Ο θάνατος του Βασιλείου Διγενή, του ακρίτα. Παραδοσιακό.

1 contribution / 0 nouveau(x)
profil sans photo
Ο θάνατος του Βασιλείου Διγενή, του ακρίτα. Παραδοσιακό.

[i][center] [b][u]Ο θάνατος του Βασιλείου Διγενή, του ακρίτα.[/u][/b]

Τρίτη εγεννήθη ο Διγενής και Τρίτη θα πεθάνει.
Πιάνει καλεί τους φίλους του κι όλους τ΄ς ανδρειωμένους.
Νά΄λθει ο Μηνάς κι ο Μαυραϊλής, νά΄λθει κι υιός του Δράκου,
Νά΄λθει κι ο Τρεμαντάχειλος, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.
Κι επήγαν και τον ηύρανε στον κάμπο ξαπλωμένον.
Βογκάει, τρέμουν τα βουνά, βογκάει, τρέμουν οι κάμποι.
« Σαν τι να σ’ ηύρε, Διγενή, και θέλεις να πεθάνεις ;
- Φίλοι, καλώς ορίσατε, φίλοι κι αγαπημένοι,
συχάσατε, καθίσατε, κι εγώ σας αφηγιέμαι.
Της Αραβίνας τα βουνά, της Σύρας τα λαγκάδια,
που εκεί συνδυό δεν περπατούν, συντρείς δεν κουβεντιάζουν,
παρά πενήντα κι εκατό, και πάλιν φόβον έχουν,
κι εγώ μονάχος πέρασα, πεζός κι αρματωμένος,
με τετραπίθαμο σπαθί, με τρείς οργιές κοντάρι.
Βουνά καί κάμπους έδειρα, βουνά και καταράχια,
νυχτιές χωρίς αστροφεγγιά, νυχτιές χωρίς φεγγάρι.
Και τόσα χρόνια που έζησα δω στον απάνω κόσμο,
κανέναν δεν φοβήθηκα απ΄ τους ανδρειωμένους.
Τώρα είδα έναν ξυπόλητον καὶ λαμπροφορεμένον,
πούχει της λύγκας τα πλουμιά, της αστραπής τα μάτια,
με κράζει να παλεύσουμε στα μαρμαρένια αλώνια,
κι όποιος νικήσει από τους δυό να παίρνει την ψυχήν του. »

Κι επήγαν και παλεύσασι στα μαρμαρένια αλώνια,
κι όθεν κτυπά ο Διγενής, το αίμα αυλάκι κάμνει,
κι όθεν κτυπά ο Χάροντας, το αίμα τράφο κάμνει.
[/center][/i]