Η Πορτοκαλένεια, Οδυσσέα Ελὐτη ποίημα. L'Orangette, poème d'Odysséas Elytis

1 contribution / 0 nouveau(x)
profil sans photo
Η Πορτοκαλένεια, Οδυσσέα Ελὐτη ποίημα. L'Orangette, poème d'Odysséas Elytis

[i][center] [b][u]Η Πορτοκαλένεια[/u][/b]

Tόσο πολύ τη μέθυσε ο χυμός του ήλιου
Που έγειρε το κεφάλι της και δέχτηκε να γίνει
Σιγά-σιγά : η μικρή Πορτοκαλένια !

Έτσι καθώς γλαυκόλαμψαν οι εφτά ουρανοί
Έτσι καθώς αγγίξαν μια φωτιά τα κρύσταλλα
Έτσι καθώς αστράψανε χελιδονοουρές
Σάστισαν πάνω οι άγγελοι και κάτω οι κοπελιές
Σάστισαν πάνω οι πελαργοί και κάτω τα παγόνια
Kι όλα μαζί συνάχτηκαν κι όλα μαζί την είδαν
Kι όλα μαζί τη φώναξαν : Πορτοκαλένια !

Mεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος
Όμως της μέρας η κεντιά τον πόνο δεν αφήνει
Tη λέει ο νάνος ερωδιός μέσα στα σκουληκάκια
Tη λέει ο χτύπος του νερού μέσ’ στις χρυσοστιγμές
Tη λέει κι η δρόσο στου καλού βοριά το απανωχείλι :

Σήκω μικρή μικρή μικρή Πορτοκαλένια !
Όπως σε ξέρει το φιλί κανένας δεν σε ξέρει
Mήτε σε ξέρει ο γελαστός Θεός
Που με το χέρι του ανοιχτό στη φλογερή αντηλιά
Γυμνή σε δείχνει στους τριανταδυό του ανέμους !

Οδυσσέας Ελὐτης

[b][u]L'Orangette[/u][/b]

La sève du soleil l'a tant enivrée
Qu'elle a dressé sa tête et accepté de devenir
Peu à peu: la petite Orangette !

Ainsi qu'ont brillamment resplendi les sept ciels,
Ainsi qu'ont touché au feu les cristaux,
Ainsi qu'ont fulguré des queues d'hirondelles,
S'éblouirent, en haut les anges, en bas les jeunes filles,
S'éblouirent, en haut les cigognes, en bas les paons,
Et, tous à l'unisson se sont assemblés et, tous ensemble l'ont regardée,
Et, tous ensemble l'ont appelée : Orangette !

S'enivrent le cep et le scorpion, s'enivre le monde entier,
Pourtant l'élancement du jour ne quitte la douleur,
Lui parle l'échassier nain parmi les vermisseaux,
Lui parle l'à-coup de la vague parmi des secondes dorées,
Lui parle aussi la rosée à la lèvre supérieure du vent du nord :

Lève toi petite, petite, petite Orangette !
Ainsi que te connaît le baiser, personne ne te connaît,
Et ne te connaît pas Dieu qui rit
Qui de sa main ouverte, à la flamboyante réverbération solaire,
Te désigne, nue, à ses trente deux brises !

Odysséas Elytis

[/center][/i]